Ντήριρι ντήριρι ντήριρι ντήριρι

Ντήριρι ντήριρι ντήριρι ντήριρι

Ήταν ένα Σάββατο σαν όλα τ’ άλλα. Το γνωστό παραθαλάσσιο κέντρο ταλαιπωρίας έχει … τι άλλο, γαμήλια δεξίωση. Όπως άλλωστε και όλα τα Παρασκευοσαββατοκύριακα του καλοκαιριού. 

Δεν έχει νυχτώσει ακόμα, ωστόσο οι καλεσμένοι έχουν καταφτάσει. Καταβροχθίζουν με βουλιμία τα εκλεκτά εδέσματα για να πάρουν δυνάμεις. Εδέσματα που οι νεόνυμφοι χρυσοπληρώνουν νομίζοντας ότι προέρχονται από κάποιο catering, αγνοώντας προφανώς ότι παρασκευάζονται στα βρωμερά υπόγεια του κέντρου με Μάστερ σεφ τον Φρέντυ Κρούγκερ.

Ξάφνου … μπαμ μπουμ.
Τι έγινε ρε παιδιά; Πόλεμο έχουμε; Όχι μη σκιάζεσαι. Πυροτεχνήματα είναι για τον ερχομό του ζεύγους. Έθιμο είναι … μπας και ξυπνήσει έστω και την τελευταία στιγμή ο γαμπρός.

Ο ουρανός δεν είναι σκοτεινός, φωτίζεται όμως λίγο παραπάνω από τα πυροτεχνήματα. Όλοι ψάχνουν να βρουν πού είναι το ζεύγος. Ψάξε ψάξε δεν θα το βρεις. 

Ώσπου μια βαρκούλα ξεπροβάλλει στο περιγιάλι με επιβάτες τη νύφη και τον γαμπρό. Η θεαματική άφιξη των νεόνυμφων ξεσηκώνει το πλήθος, που ξεσπά σε επευφημίες.

Φωτιές ανάβουν στην παραλία, για να χορέψουν οι καλεσμένοι το χορό του πολέμου. Και πράγματι ο χορός δεν αργεί να ξεκινήσει. Μετά τα γνωστά ξενέρωτα … ωραία που ‘ναι η νύφη μας και τα σχετικά εισαγωγικά … ακούγεται διαπεραστικός ο ήχος της λύρας.

Ντήριρι ντήριρι ντήριρι ντήριρι

Το πλήθος εκστασιασμένο ξεχύνεται στην πίστα. Τα τζάμια των περιοίκων τρίζουν από την ένταση του ήχου. Οι δόλιοι προσπαθούν να κάνουν διακοπές 4 μέρες την εβδομάδα, αφού αρκετοί από την Παρασκευή το απόγευμα εγκαταλείπουν τα καταλύματά τους, γιατί δεν αντέχουν τους γάμους. Μαζί μ’ αυτούς ταλαιπωρούνται και μερικές χιλιάδες ξένοι τουρίστες. 

Δεν είναι ακόμα ώρα κοινής ησυχίας, αλλά ας το σκεφτούμε και διαφορετικά. Θα μπορούσα να παίζω μ’ ένα κομπρεσέρ έξω από το παραθύρι σου, όλη μέρα τρεις μέρες τη βδομάδα και να μην τρέχει τίποτα αφού στις ώρες κοινής ησυχίας θα σταματάω;

Τι είπα; Θα σταματάω; Αμ δε.

Περνάει μισή ώρα.

Ντήριρι ντήριρι ντήριρι ντήριρι

Περνάει μία ώρα

Ντήριρι ντήριρι ντήριρι ντήριρι

Περνάνε δύο ώρες, τρεις ώρες …

Ντήριρι ντήριρι ντήριρι ντήριρι

Ο λυράρης ασταμάτητος, το ίδιο και οι καλεσμένοι. Πάει δώδεκα (κι ούτε ένα τηλεφώνημα) και ξαφνικά η λύρα σταματά. Φτηνά τη γλιτώσαμε!

Μπαα πού τέτοια τύχη; Δεν πρόκειται για την αρχή του τέλους, αλλά για το τέλος της αρχής. Τη θέση του λυράρη παίρνει ο μπουζουξής.

Ντρίγκι ντρίγκι

φτου σου, οι πενιές του μπουζουκιού σου
μου επήρανε τα ρέστα και μ' αφήσανε ταπί.

Υπάρχει ένας Θεός εκεί ψηλά. Αλλά κι εδώ κάτω στη Γη υπάρχουν μερικοί μικροί Θεοί. Μόνο που αυτοί δεν εμπνέονται από την αγάπη. Βρίζουν, εκβιάζουν, απειλούν, τρομοκρατούν. Όλα στο βωμό του χρήματος. Η μαφία είναι εδώ. 

Κι έτσι τα στόματα παραμένουν ερμητικά κλειστά. Προτιμούν να χάσουν και τις διακοπές τους ακόμα, παρά να παραπονεθούν, γιατί ποιος ξέρει τι μπορεί να τους συμβεί.

Περασμένες μία και ξαφνικά ο ήχος χαμηλώνει. Ναι δεν είναι ψέμα. Κάποιος τόλμησε. Κάποιος έκανε το τηλεφώνημα. Για να συνεχίσουν οι υπόλοιποι τον ύπνο του δικαίου.

Αυτοί οι γάμοι τελικά δεν στοιχίζουν τίποτα. Κανείς δεν ελέγχει. Κανείς δεν πληρώνεται. Κανείς δεν πληρώνει. Οι μόνοι που την πληρώνουν είναι οι περίοικοι. Και θα συνεχίσουν να την πληρώνουν μέχρι να τολμήσουν. Άλλωστε κάθε μικρός Θεός υπάρχει μόνον εφόσον υπάρχουν και κάποιοι να τον λατρεύουν.

Γιώργος Βαρδακώστας

Σχετικές αναρτήσεις

Επικαιρότητα 3616788987460525779

Δημοσίευση σχολίου

Ενημέρωση στο email σας

Εισάγετε το email σας:

Τοπικές επιχειρήσεις

Τοπικές επιχειρήσεις

Πρόσφατα

Δημοφιλή

Σαν σήμερα

Προβολή επιχειρήσεων

Text Widget

Connect Us

item