Page Nav

{fbt_classic_header}

Τελευταια νεα:

latest

31 Οκτωβρίου, ο τζίτζικας ή ο μέρμηγκας;

Θυμάμαι, μια φορά κι έναν καιρό, όταν ήμασταν μικρά, έφερε ο πατέρας μου στο σπίτι τρεις κουμπαράδες. Οι παλιότεροι θα θυμούνται εκείνου...

31 Οκτωβρίου, ο τζίτζικας ή ο μέρμηγκας;
Θυμάμαι, μια φορά κι έναν καιρό, όταν ήμασταν μικρά, έφερε ο πατέρας μου στο σπίτι τρεις κουμπαράδες. Οι παλιότεροι θα θυμούνται εκείνους τους κουμπαράδες από το Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο.  Ο καθένας μας είχε κι από έναν. 

Είναι σα ν’ ακούω το κουδούνισμα, που έκαναν τα κέρματα, όταν κατάφερναν να περάσουν από τη σχισμή. Μερικές φορές δεν αγόραζα κουλούρι, προκειμένου ν’ ακούσω αυτόν τον ήχο. Πέθαινα από την πείνα. Όταν όμως ο κουμπαράς γέμιζε, έβαζα το κλειδάκι από κάτω, τον άνοιγα και άδειαζα το θησαυρό πάνω στο τραπέζι.

Τα μέτραγα ξανά και ξανά κι όταν ήμουν απολύτως σίγουρος, τα έβαζα σ’ ένα σακούλι και μαζί με τον πατέρα μου τα πηγαίναμε στην τράπεζα. Κάποτε θα γίνονταν τόσο πολλά, ώστε να μπορώ να κολυμπάω μέσα σ’ αυτά, όπως ακριβώς ο Σκρουτζ.

Ναι καλά το κατάλαβες. Ήμουν ο Μέρμηγκας. Ωστόσο δεν έμοιαζα με τον Σκρουτζ, αφού συχνά δάνειζα στους συμμαθητές μου. Δεν μπορούσα να καταλάβω, πώς κάποιος, που έπαιρνε μεγαλύτερο χαρτζιλίκι από εμένα, κατάφερνε και το ξόδευε όλο και ζητούσε και δανεικά από πάνω. Ξέρω τι θα πεις. Έκανα παρέα με τους τζίτζικες.

Όπως καταλαβαίνεις, τα λεφτά από το κουλούρι δεν κατέληγαν πάντα στον κουμπαρά. Τότε ήταν που έμαθα τι σημαίνει ο όρος «δανεικά κι αγύριστα». Ωστόσο, αυτό δεν επηρέασε καθόλου την άποψή μου για την αποταμίευση. Ήμουν σίγουρος ότι, όταν θα ερχόταν η σειρά μου, θα έκανα το ίδιο με τα δικά μου παιδιά. Θα τους μάθαινα την αξία της αποταμίευσης. Και ίσως, αν ήμουν τυχερός, να έκανα το ίδιο με τα εγγόνια μου.

Τα χρόνια πέρασαν. Οι τζίτζικες δεν άλλαξαν συμπεριφορά. Δεν είχαν όμως και καμία συνέπεια. Ζωή με απολαύσεις, χωρίς στερήσεις, χωρίς έγνοιες. Κάποια στιγμή κατάλαβα πως το παραμύθι με τον τζίτζικα και το μέρμηγκα ήταν ιστορία γι’ αγρίους. Δεν έχει σημασία πόσα ξοδεύεις. Αρκεί να βγάζεις περισσότερα απ’ όσα ξοδεύεις. Επίσης δεν έχει σημασία πώς τα βγάζεις. Αρκεί να είναι πολλά.

Όποιος διάλεξε το δρόμο της αρετής, την πάτησε. Του είπαν βέβαια ότι ο δρόμος είναι στενός στην αρχή και με εμπόδια, αλλά στη συνέχεια φαρδαίνει. Δεν του είπαν όμως, πόση διαδρομή θα πρέπει να διανύσει, μέχρι ν’ αρχίσει ο δρόμος να φαρδαίνει και αν θα προλάβει να δει το τέλος του δρόμου.

Αντίθετα όποιος διάλεξε το δρόμο της κακίας έπεσε διάνα. Φαρδύς στην αρχή και χωρίς δυσκολίες. Φαρδύς όσο πάει το μάτι σου. Για τους περισσότερους δε στενεύει ποτέ. Ανάγκη για κουμπαράδες δεν υπάρχει. Ας είναι καλά τα κορόιδα. Όλοι οι υπόλοιποι που διάλεξαν το δρόμο της αρετής.

Ήρθε τώρα η σειρά μου. Πρέπει να μάθω στα παιδιά μου την αξία της αποταμίευσης, αλλά και της αλληλεγγύης. Τι να τους πω όμως; Οι κουμπαράδες από το Ταχυδρομικό Ταμιευτήρια δεν υπάρχουν πια. Τι ν’ αποταμιεύσεις άλλωστε; Τα ψίχουλα από το μεσημεριανό τραπέζι;

Αλλά αν είναι να τους κάνω μάθημα, καλύτερα ν’ ανοίξω ένα βιβλίο ιστορίας. Τι παράδειγμα μας δίνουν οι ισχυροί του κόσμου; Ας πούμε οι Γερμανοί. Αιματοκύλισαν δύο φορές τον κόσμο. Η ψυχανώμαλη ιδεολογία τους μας ταλαιπωρεί ακόμα και σήμερα. Δεν τα κατάφεραν τότε. Τα καταφέρνουν όμως σήμερα. Και μάλιστα αναίμακτα, χωρίς ν’ ανοίξει ρουθούνι.

Πολεμικές αποζημιώσεις δεν έδωσαν. Το κατοχικό δάνειο ποτέ δεν το επέστρεψαν. Δανεικά κι αγύριστα που λέγαμε. Αλλά με την αλληλεγγύη το ίδιο. Αγύριστη κι αυτή. Το δικό τους χρέος χαρίστηκε. Το δικό μας όχι, παρά το ότι είμαστε καλοί και υπάκουοι μαθητές.

Ας με βοηθήσει κάποιος. Τι να πω στα παιδιά μου;

Το βρήκα. Θα τους πω ότι η 31η του Οκτώβρη δεν υπάρχει. Είναι μια μέρα, που κλάπηκε από το Φλεβάρη. Κλάπηκε και δεν επιστράφηκε ποτέ. Αγύριστη δηλαδή. Κλάπηκε όπως τα όνειρά μας. Στον αγύριστο κι αυτοί που μας τα πήραν.

Έτσι κι η αποταμίευση. Χάθηκε κι αυτή. Χάθηκε όταν αρχίσαμε να ψάχνουμε στα σκουπίδια. Χάθηκε όταν σταματήσαμε να πετάμε τις τρύπιες κάλτσες και τα τρύπια σώβρακα. Χάθηκε όταν σταματήσαμε να τροφοδοτούμε το παγκάρι της εκκλησίας. Και μαζί της χάθηκε και η αλληλεγγύη.

Γιώργος Βαρδακώστας