Το κουσούρι το είχα από παλιά, από τότε που δούλευα στο χώρο της φροντιστηριακής εκπαίδευσης. Το ίδιο και πολλοί άλλοι συνάδελφοί μου....
Το κουσούρι το είχα από παλιά, από τότε που δούλευα στο χώρο της φροντιστηριακής εκπαίδευσης. Το ίδιο και πολλοί άλλοι συνάδελφοί μου. Πάντα πίστευα ότι μπορώ να τα «πω» καλύτερα από το σχολικό βιβλίο και από τα εξωσχολικά βοηθήματα του εμπορίου.
Έτσι ξεκινούσε η διαδικασία της συγγραφής. Ατελείωτες ώρες ξενύχτι με 10 βιβλία ανοιχτά, μολύβια, σβήστρες, χαρτιά και ο υπολογιστής να έχει πάρει φωτιά. Γράψε, σβήσε.
- Πώς να το διατυπώσω διαφορετικά;
- Πώς να είναι πιο κατανοητό στο μαθητή;
- Ποια είναι τα κατάλληλα παραδείγματα;
- Να επιλέξω τις σωστές ασκήσεις.
- Να κάνω τα σχήματα.
- Ν’ αλλάξω τα νούμερα.
Ουφ τελείωσα. Το αποτέλεσμα μιας τέτοιας εξαντλητικής εργασίας είναι αυτό, που εμείς οι εκπαιδευτικοί αποκαλούμε «Σημειώσεις».
Αρχείο ® Εκτύπωση ® ok
Το κοιτάω από δω. Το κοιτάω από κει. Το διαβάζω ξανά και ξανά για να σιγουρευτώ ότι δεν έχει λάθη. Στο τέλος, περήφανος για το αποτέλεσμα και γεμάτος αγωνία, τρέχω γραμμή για το φωτοτυπικό.
Το μηχάνημα όμως δε συμμερίζεται τη δική μου αγωνία, ούτε σέβεται τον κόπο μου. Όλο κολλάει και μέχρι να βγουν όλες οι σελίδες να χωριστούν και να συρραφτούν, μου βγαίνει η ψυχή. Χαλάλι όμως. Όλα για τους μαθητές μου.
- Θα τους αρέσει όμως;
- Θα τα διαβάσουν;
- Θα καταλαβαίνουν όπως τα γράφω;
Αγαπητέ αναγνώστη, ίσως διακρίνεις ένα είδος ψυχανωμαλίας σε όλη αυτή τη διαδικασία και μάλλον έχεις δίκιο. Όποιος όμως είναι στο χώρο της εκπαίδευσης τα δίνει όλα για τους μαθητές του, έστω κι αν αυτό αποβαίνει εις βάρος του ίδιου και της οικογένειάς του. Για να γίνεις εκπαιδευτικός πρέπει να το έχεις το μικρόβιο.
Κι επειδή πρώτα βγαίνει η ψυχή και μετά το χούι, τη συνήθεια της φωτοτυπίας και της αναπαραγωγής σημειώσεων τη διατήρησα και αφού διορίστηκα. Μάλιστα στα φωτοτυπικά των σχολείων γίνονταν «ουρές». Ωστόσο κανείς δεν έκανε πίσω. Άπαντες προσπαθούσαν να δώσουν στα παιδιά ένα κομμάτι του προσωπικού τους χρόνου. Γιατί αυτό είναι κατ’ ουσία οι σημειώσεις. Είναι ο κόπος μου, ο προσωπικός μου χρόνος, που τον προσφέρω απλόχερα και δωρεάν στους μαθητές μου.
Έτσι κυλούσαν τα χρόνια, μέχρι που κάποια στιγμή, στις αρχές των μνημονιακών χρόνων, μετατέθηκα στο τόπο διαμονής μου και τοποθετήθηκα σ’ ένα εκλεκτό λύκειο της Κατερίνης.
Γεμάτος ενθουσιασμό στήθηκα μπροστά στο φωτοτυπικό. Έλα όμως που δεν είχε χαρτί!
- Πού είναι το χαρτί συνάδελφοι;
- Θα πας να πάρεις από τον υποδιευθυντή.
Περίεργο σύστημα σκέφτηκα, αλλά δε δίστασα ούτε δευτερόλεπτο. Η πρώτη φορά ήταν ουσιαστικά και η τελευταία.
- Πόσες κόλλες θέλεις;
- Εε δεν ξέρω, δε τις μέτρησα.
- Πόσες σελίδες είναι; Πόσα αντίγραφα θα βγάλεις;
- !!!
Θα πρέπει να πω ότι το χαρτί φυλασσόταν στο θησαυροφυλάκιο, εε συγνώμη στον περιστερώνα ήθελα να πω. Ο περιστερώνας ήταν ένας χώρος, κάτι σαν σοφίτα, που κάποτε χρησιμοποιούνταν και ως αίθουσα. Εκεί οι κούτες με το πολύτιμο χαρτί έφταναν μέχρι το ταβάνι. Για κάποιο απροσδιόριστο λόγο όμως παρέχονταν στους εκπαιδευτικούς, ας πούμε με φειδώ, για να είμαι ευγενικός.
Τη δεύτερη φορά έδωσα ένα αντίγραφο στους μαθητές και τους είπα, οποίος θέλει να το φωτοτυπήσει έξω. Τρίτη φορά δεν υπήρξε, γιατί ξενέρωσα. Στη συνέχεια ακόμα και για τα διαγωνίσματα, έτρεχα στα φωτοτυπάδικα, μιας και η περηφάνια μου και ο εγωισμός μου δεν μου επέτρεπαν να ζητιανεύω αυτό, που στο παρελθόν είχα με αφθονία. Ακόμα κι η περηφάνια όμως στη συνέχεια πήγε περίπατο, αφού έβλεπα την τσέπη ν’ αδειάζει, ενώ ο περιστερώνας εξακολουθούσε να έχει χαρτί μέχρι το ταβάνι. Έτσι περιορίστηκα απλά να ζητάω ευγενικά λίγο χαρτί, κάθε φορά που είχα διαγώνισμα.
Εννοείται ότι, όποιος ξέχναγε «το χαρτί του» αφύλακτο δεν το ξαναέβρισκε. Είπαμε το χαρτί ήταν πολύτιμο και το φύλαγες για να έχεις το μισό.
Από τότε δεν έχω ξαναβγάλει φωτοτυπίες σε κανένα από τα σχολεία, που πέρασα παρά το ότι τη συγκεκριμένη κατάσταση δεν τη βίωσα πουθενά αλλού. Η αλήθεια είναι ότι πίστευα ότι ήταν κάποιο είδος οδηγίας λόγω μνημονίου, που ίσχυε για όλα τα σχολεία και ότι εκείνο το δωμάτιο με το χαρτί προοριζόταν για τα επόμενα 10 χρόνια.
Όλα αυτά μέχρι τις 13 Σεπτεμβρίου 2016. Τρίτη και 13. Γρουσουζιά; Μάλλον η ώρα της αλήθειας καλύτερα. Δημοτικό συμβούλιο στο Δήμο Κατερίνης. Παραβρισκόμαστε ως Ε.Λ.Μ.Ε. Πιερίας προκειμένου να τοποθετηθούμε, αν μας επιτραπεί, στο θέμα με νούμερο 43. Περιμένουμε υπομονετικά επί τρεις ώρες. Κάποια στιγμή, μόλις φτάνει το θέμα 42, μας ανακοινώνουν ότι το θέμα 43 αναβάλλεται. Δε θέλει πολύ μυαλό για να καταλάβει κανείς ότι ήταν απλά ένα καψώνι. Έτσι κι αλλιώς θα το περάσουν σε επόμενη συνεδρίαση, όταν δεν θα είμαστε εκεί.
Πριν αποχωρίσουμε όμως, εκνευρισμένοι εννοείται, κι ενώ συζητείται ακόμη το θέμα 42, μαθαίνω επιτέλους, ποιος είναι λόγος, που με ανάγκασε να σταματήσω να βγάζω φωτοτυπίες στο σχολείο. Ο αντιδήμαρχος τεχνικών έργων, ο οποίος σημειωτέον αυτοπροσδιορίζεται ως εκπαιδευτικός και ο οποίος νομίζει ότι στο δημόσιο σχολείο διδάσκουμε κοπτική-ραπτική, χωρίς ίχνος τσίπας το ξεφουρνίζει.
«Οι καθηγητές έβγαζαν στα σχολεία φωτοτυπίες, ολόκληρα κεφάλαια, για τα ιδιαίτερά τους». Για να επιβεβαιώσει τον ισχυρισμό του αναφέρει ως παράδειγμα δύο λύκεια της πόλης μεταξύ των οποίων και το τότε δικό μου σχολείο. Επικαλείται μάλιστα ως μάρτυρα τον πρώην Διευθυντή του σχολείου στον οποίο έκανε, όπως χαρακτηριστικά είπε, παρατήρηση, με αποτέλεσμα η κατανάλωση του χαρτιού να μειωθεί στο μισό!!!!
Και εγένετο φως. Με μιας ξεκαθάρισαν όλα. Να ο υπεύθυνος! Η προσβολή απίστευτη! Η πίεση στο 25. Όμως όχι. Αν αναρωτιέσαι, δεν τον βούτηξα από το λαιμό, παρά το ότι το μεγαλύτερο μέρος του εαυτού μου το ήθελε. Μια φωνή στο βάθος του μυαλού μου με συγκράτησε. Άτιμη φωνή. Στο χρωστάω.
Γιώργος Βαρδακώστας



