Το αποκεφαλισμένο άγαλμα της Βορείου Ηπείρου Θλίψη, οργή και αγανάκτηση από τους Βορειοηπειρώτες. Βάνδαλοι κατέστρεψαν το άγαλμα της...
![]() |
| Το αποκεφαλισμένο άγαλμα της Βορείου Ηπείρου |
Θλίψη, οργή και αγανάκτηση από τους Βορειοηπειρώτες. Βάνδαλοι κατέστρεψαν το άγαλμα της γυναίκας της Βορείου Ηπείρου στην οδό Τοσίτσα, δίπλα στο Πολυτεχνείο.
Ομάδα ανεγκέφαλων κατέστρεψε το άγαλμα που συμβόλιζε την αντίσταση της Β. Ηπείρου και αποτέλεσε έμπνευση για την Κική Δημουλά ώστε να γράψει το «σημείο Αναγνωρίσεως».
Το άγαλμα, έργο του γλύπτη Κώστα Σεφερλή, δωρήθηκε στο Δήμο Αθηναίων το 1951. Τα επίσημα αποκαλυπτήρια έγιναν το 1953.
Αναπαριστά μία γυναίκα με δεμένα πίσω τα χέρια, η οποία ανασηκώνει το κεφάλι. Η κίνηση είναι έντονη και αποτυπώνει την αντίσταση της αλυσοδεμένης αλύτρωτης γης της Βορείου Ηπείρου.
Δεν είναι η πρώτη φορά που το άγαλμα γίνεται στόχος βανδάλων. Δυστυχώς βρίσκεται δίπλα στο πολυτεχνείο και συχνά μπαίνει στο στόχαστρο κάθε βλαμμένου. Άλλες φορές χρησιμοποιείται ως καμβάς "καλλιτεχνικής" έκφρασης κάποιων ανεγκέφαλων και άλλες φορές ως πρώτη ύλη για το γνωστό πετροπόλεμο.
Αξίζει να σημειωθεί ότι ενώ ο γλύπτης χρησιμοποίησε τη γυναίκα για να υμνήσει τη Βόρειο Ήπειρο, η ποιήτρια Κική Δημουλά χρησιμοποίησε το άγαλμα για να υμνήσει τη γυναίκα. Επηρεασμένη από το γλυπτό έγραψε το ποίημα «Σημείο Αναγνωρίσεως». Στους στίχους της το άγαλμα συμβολίζει κάθε καταπιεσμένη γυναίκα που δεν μπορεί να κατακτήσει ελευθερίες.
Από την δημοσίευση του ποιήματος στη συλλογή «Το λίγο του κόσμου» το 1971, το ποίημα ταυτίστηκε με το άγαλμα.
Ὅλοι σὲ λένε κατευθείαν ἄγαλμα,
ἐγὼ σὲ προσφωνῶ γυναίκα κατευθείαν.
Στολίζεις κάποιο πάρκο.
Ἀπὸ μακριὰ ἐξαπατᾶς.
Θαρρεῖ κανεὶς πὼς ἔχεις ἐλαφρὰ ἀνακαθίσει
να θυμηθεῖς ἕνα ὡραῖο ὄνειρο ποὺ εἶδες,
πῶς παίρνεις φόρα νὰ τὸ ζήσεις.
Ἀπὸ κοντὰ ξεκαθαρίζει τὸ ὄνειρο:
δεμένα εἶναι πισθάγκωνα τὰ χέρια σου
μ᾿ ἕνα σκοινὶ μαρμάρινο
κι ἡ στάση σου εἶναι ἡ θέλησή σου
κάτι νὰ σὲ βοηθήσει νὰ ξεφύγεις
τὴν ἀγωνία τοῦ αἰχμαλώτου.
Ἔτσι σὲ παραγγείλανε στὸ γλύπτη:
αἰχμάλωτη.
Δὲν μπορεῖς οὔτε μία βροχὴ νὰ ζυγίσεις στὸ χέρι σου,
οὔτε μία ἐλαφριὰ μαργαρίτα.
Δεμένα εἶναι τὰ μάτια σου.
Καὶ δὲν εἶν᾿ τὸ μάρμαρο μόνο ὁ Ἄργος.
Ἂν κάτι πήγαινε ν᾿ ἀλλάξει
στὴν πορεία τῶν μαρμάρων,
ἂν ἄρχιζαν τ᾿ ἀγάλματα ἀγῶνες
γιὰ ἐλευθερίες καὶ ἰσότητες,
ὅπως οἱ δοῦλοι,
οἱ νεκροὶ
καὶ τὸ αἴσθημά μας,
ἐσὺ θὰ πορευόσουναμὲς στὴν κοσμογονία τῶν μαρμάρων
μὲ δεμένα πάλι τὰ χέρια, αἰχμάλωτη.
Ὅλοι σὲ λένε κατευθείαν ἄγαλμα,
ἐγὼ σὲ λέω γυναίκα ἀμέσως.
Ὄχι γιατὶ γυναίκα σὲ παρέδωσεστὸ μάρμαρο ὁ γλύπτης
κι ὑπόσχονται οἱ γοφοί σου
εὐγονία ἀγαλμάτων,
καλὴ σοδειὰ ἀκινησίας.
Γιατὶ τὰ δεμένα χέρια σου, ποὺ ἔχεις
ὅσους πολλοὺς αἰῶνες σὲ γνωρίζω,
σὲ λέω γυναίκα.
Σὲ λέω γυναίκα
γιατ᾿ εἶσ᾿ αἰχμάλωτη.
Κική Δημουλά, «Σημείο Αναγνωρίσεως», Το λίγο του κόσμου 1971





