Έτσι ήταν … έτσι είναι … κι έτσι θα ‘ναι

Έτσι ήταν … έτσι είναι … κι έτσι θα ‘ναι

Πατρίκιοι και οι πληβείοι. Υπήρχαν, υπάρχουν και θα υπάρχουν. Υπάρχουν γύρω μας και τους αντιλαμβανόμαστε σε όλους τους τομείς της καθημερινής μας ζωής.

Εμείς οι άντρες όμως, που τυχαίνει να έχουμε υπηρετήσει τη μαμά πατρίδα, έχουμε ένα λόγο παραπάνω να θυμόμαστε τους πληβείους, με τους οποίους υπηρετήσαμε μαζί, αλλά και τους πατρικίους που δεν είδαμε ποτέ στη διάρκεια της θητείας μας.

Όταν ήμουν 17 χρονών ήθελα να πάω στις ειδικές δυνάμεις. Στα 24 μου όμως, όταν ήρθε η ώρα να υπηρετήσω, κόντεψα να πέσω σε κατάθλιψη. Δεν ήθελα ούτε ν’ ακούω για στρατό. Δε μπορεί, κάποιος τρόπος θα υπήρχε να τη γλιτώσω. Να πληρώσω και να γλιτώσω.

Η καλή νεράιδα δεν μου έκανε το χατίρι κι έτσι τον Ιανουάριο του 1992 ο ψάρακλας περνά την πύλη του κέντρου εκπαίδευσης διαβιβάσεων στον Χαϊδάρι (92 Α ΕΣΣΟ, σειρά 216). 

Χειμώνας ήταν, αλλά τουλάχιστον ήμασταν στην Αθήνα, οπότε λογικά δεν θα υπήρχε θέμα με το κρύο. Ο ηλίθιος επαρχιώτης νόμιζε ότι Αθήνα και Χαϊδάρι είναι το ίδιο.

Ήταν 19 δύσκολοι μήνες. Χρόνος χαμένος τον περισσότερο καιρό. Χρόνος επίσης για περισυλλογή. Στη διάρκεια της θητείας μου πήρα πολλά μαθήματα, από αυτά που δεν διδάσκονται σε καμία αίθουσα ή αμφιθέατρο.  

Στο Χαϊδάρι έφαγα το κρύο της αρκούδας. Αλλά δεν ήταν το πιο κρύο μέρος της Αττικής. Ένα Σαββατοκύριακο είχαμε εξωτερική υπηρεσία. Πάει να πει μας έβαζαν σ’ ένα Stayer (στρατιωτικό όχημα) και μας πήγαιναν να φυλάξουμε σκοπιά σε κάποιο άλλο στρατόπεδο, που είχε έλλειψη από φαντάρους.

Εκείνο το Σαββατοκύριακο σειρά είχε ένα τεράστιο στρατόπεδο στα Άνω Λιόσια, όπου υπήρχαν παλιά στρατιωτικά οχήματα που προορίζονταν για δημοπρασίες ή για απόσυρση. Ένα τεράστιο νεκροταφείο οχημάτων.

Το φυλάκιο στο οποίο θα περνούσαμε τον «ελεύθερό» μας χρόνο ήταν βρωμερό, ελεεινό και τρισάθλιο, αν και οι τρεις αυτές λέξεις είναι μάλλον επιεικείς για εκείνον τον στάβλο. Σε μια γωνία υπήρχε μια χαλασμένη σόμπα, που κάπνιζε όταν την άναβες. Φυσικά δεν υπήρχαν ξύλα, οπότε έπρεπε να βρεις κάτι άλλο να κάψεις.

Από κάτι σαν κρεμάστρα στον τοίχο κρέμονταν δυο πανωφόρια (ας πούμε). Δεν είχα ξαναδεί κάτι τέτοιο. Ήταν μονοκόμματα, είχαν και κουκούλα και βρώμαγαν απίστευτα σαν ψοφίμια. Και τότε κάποιος το είπε:

- Αυτά πρέπει να είναι χλαίνες.

Ακούστηκε σαν βρισιά, αλλά δεν ήταν. Χλαίνες ήταν … κάπες ήταν … θα σε γελάσω. Σίγουρα πάντως είχαν να πλυθούν από το 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο. Αν ήταν στο χέρι μου θα τις πέταγα. 

Προφανώς και δεν είχαμε κανέναν σκοπό ούτε τη σόμπα ν’ ανάψουμε ούτε εκείνα τα βρωμερά πράγματα να ρίξουμε πάνω μας. Άλλωστε, όπως μπορεί να βεβαιώσει κάθε άντρας που έχει πάει φαντάρος, το στρατιωτικό τζάκετ με την επένδυση από μέσα δεν αφήνει τίποτα να περάσει. 

Αμ δε. Μόλις νύχτωσε έπιασε ένα ψοφόκρυο, που θα το θυμάμαι σε όλη μου τη ζωή. Μας τρυπούσε τα κόκαλα. Κι αυτό μέσα στο φυλάκιο. Γιατί αν τολμούσες να βγεις έξω, σου έπεφταν η μύτη και τ’ αυτιά. Το να πεθάνεις απ’ το κρύο μερικά χιλιόμετρα μακριά από το κέντρο της Αθήνας ακούγεται ως αστείο. Κάποιοι επιβίωσαν πολεμώντας στα βουνά της Πίνδου κι εμείς κινδυνεύαμε ν’ αφήσουμε τα κόκαλά μας στα Άνω Λιόσια.

Κάποιος επιχείρησε ν’ ανάψει τη σόμπα και το φυλάκιο γέμισε καπνούς. Όσοι δεν είχαν σκοπιά προσπάθησαν να κοιμηθούν, αλλά μάταια. Όταν ήρθε η σειρά μου για το γερμανικό νούμερο, έκανα κι εγώ τη δική μου κωλοτούμπα. Το ένστικτο της επιβίωσης βλέπεις.

Βούτηξα λοιπόν την μία κάπα και βγήκα να φυλάξω τα σαράβαλα. Από ποιον όμως; Δεν υπήρχε κάτι ζωντανό να κυκλοφορεί. Το περίεργο ήταν πως η κάπα ούτε μύριζε ούτε τίποτα. Ίσως η όσφρησή μου να είχε αχρηστευθεί από το κρύο. Ίσως να ήταν θεία επέμβαση για να βγάλω τη νύχτα.

Και η νύχτα πράγματι πέρασε. Κι εκείνη κι η επόμενη και πολλές ακόμα. Η θητεία μου δεν ήταν η χειρότερη. Θα μπορούσε όμως να είναι και καλύτερη. Όπως ήταν για αρκετούς πατρικίους. Ακούγαμε για μονάδες εικονικές. Παρουσιάζεται ο φαντάρος την πρώτη μέρα και μετά πηγαίνει ξανά στο τέλος για να πάρει απολυτήριο. 

Ωστόσο δοξάζω το Θεό που δεν μου επέτρεψε να την σκαπουλάρω. Έχασα 19 μήνες από τη ζωή μου, όμως κέρδισα σε εμπειρίες. Ταυτόχρονα όμως έχασα απ’ ότι φαίνεται την ευκαιρία να γίνω υπουργός ή ακόμα και πρωθυπουργός. Γιατί οι ανώτατοι άρχοντές μας δεν έχουν υπηρετήσει καθόλου καταβάλλοντας 3.200 αργύρια ή υπηρέτησαν από το σπίτι τους.

Τα χρόνια πέρασαν και τώρα ετοιμάζεται κι ο γιος μου να πάει φαντάρος. Στο μυαλό μου τριγυρίζει αυτή η ριμάδα η κλήρωση. Να γινόταν λέει κλήρωση για το πού θα υπηρετήσουν τα παιδιά μας φαντάροι. Και μέσα στην κλήρωση να έμπαιναν και τα παιδιά των πατρικίων. 

Μπορείς καλή μου νεράιδα να το κάνεις αυτό; Να πάνε τα παιδιά των πατρικίων στο Έβρο ή στον Άγιο Ευστράτιο ή στο Φαρμακονήσι και όχι δίπλα στο σπίτι τους. 

Ακούς υπουργέ μου; Στο σπίτι του κρεμασμένου δεν μιλάνε για σκοινί. «Στρατό δεν πάνε μόνο οι άριστοι μαθητές, πάνε όλοι». Ξέρεις τι θα πει όλοι; Όλοι θα πει ακόμα κι αυτοί που προορίζονται για υπουργοί και πρωθυπουργοί. Μάλιστα μια καλή ιδέα να δώσετε στη δημοσιότητα όχι μόνο το πόθεν έσχες σας, αλλά και το πού υπηρετήσατε, για να δούμε κι εμείς οι πληβείοι ποιοι είναι αυτοί που μας κυβερνάνε.

Γιώργος Βαρδακώστας

Σχετικές αναρτήσεις

Επικαιρότητα 7281835595395148296

Δημοσίευση σχολίου

Ενημέρωση στο email σας

Εισάγετε το email σας:

Τοπικές επιχειρήσεις

Τοπικές επιχειρήσεις

Πρόσφατα

Δημοφιλή

Σαν σήμερα

Προβολή επιχειρήσεων

Text Widget

Connect Us

item